ΚΑΦΕΝΕΙΑ- "Καφενείον του Τζιβάνη- Το Κύμα", Συρκιόγλη. "Καφενείο του Σούρα"

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 16 Απριλίου 2010, 12:49:07 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

ΚΑΦΕΝΕΙΑ- «Καφενείον του Τζιβάνη- Το κύμα», Συρκιόγλη  
           «Καφενείο του Σούρα»


■...Για τους θαλασσινούς, καπεταναίους και ψαράδες και για όλους τους ναυτικούς, ήταν στην παραλία το καφενείο του Συρκιόγλη. Εκεί ο καφές, ο ναργιλές και οι ουζομεζέδες ξεκούραζαν τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους της θάλασσας...
Θανάσης Πιστικίδης, «Τρίγλια Βιθυνίας», Ραφήνα Οκτώβρης 1983, σελ.150.  

■Κάτω στην παραλία της παλιάς Τρίγλιας, ήταν ακριβώς πάνω στο κύμα το σπίτι του Αποστολάκη Συρκιόγλου, επάνω η κατοικία και κάτω το καφενείο και με την επιγραφή «Καφενείον του Τζιβάνη- Το κύμα». Ο Αποστολάκης ήτο και αυτός καπετάνιος, ταξίδευε στην Ρούμελη (Θράκη), στην Μαύρη Θάλασσα (Εύξεινος Πόντος) και στην Κωνσταντινούπολη. Είχε δικό του πλεούμενο.
Αντίκρυ από του Συρκιόγλου δηλαδή από την άλλη πλευρά του γιοφυριού ήταν άλλο ένα μεγάλο καφενείο. Αυτός που το είχε ήταν ένας χοντρός και τον λέγανε Σούρα. Λοιπόν στο καφενείο του Σούρα κατέβαινε από τον επάνω μαχαλά ο Κασούρης για να γιαδεί το μοτόρι του  (καΐκι με μηχανή) και έπαιρνε μια καρέκλα και καθόταν απ' έξω στο πεζούλι για να ντο χτυπά ο θαλασσινός αγέρας και φώναζε στο Σούρα «μπρε συ Σούρα ΄κούεις με, κάνε ένα καβέ, ξέρεις πως ντο νε πίνω να μη στο ξαναλέω» «ξέρω – ξέρω» φώναζε ο Σούρας και πήγε κοντά του. «Τι ήρτες και στάθηκες μπροστά μου σαν το νταντούλι(1)» και ύστερις ντον έλεγε « Άκουσε εδώ πέρα που σε κρίνω φέρε και τα καπνά σου για να κάνω τσιγάρο γιατί ξέασα ντη νταμπακέρα στο σπίτι».Πήγαινε ντο καφέ και τη ταμπακιέρα ο Σούρας και κάθιζε κοντά του και εκρίνανε και οι δυο. Λέει μετά ο Κασούρης «Άκουε δωπέρα Σούρα που σε κρίνω, αύριο θα πάμε με το μοτόρι στην Πόλη. Θέλεις να σε κάνουμε κανένα χουζμέτι (δουλειά) για το μααζί;» Έλεγε μετά ο Σούρας. «Α νταή (θείο) Κασούρη θάρτω και γω μάιτσα (2)». Έλεγε μετά ο Κασούρης «Κακό χρόνο να 'χεις, στην Πόλη μπρε συ μπερμπάντη (3), ξόανο (4), δε κάθεσαι στο τουκιάνι σου (μαγαζί), που να 'χεις τ' ανάθεμα λολάγιο, άμα θάρτεις στη Πόλη θα χαθείς βρε χαμένο ρούχο, θα σε κάνουσι αράνι – τουφάνι (5) οι γιανκισιτσίδες (κλέφτες) και σένα και τις παράδες σου. Αλλά ποιανού γιος είσαι; Της Σούρας, η ζερντελιά(βερικοκιά) θα κάνει ζέρντελα (βερίκοκα). Εσύ δεν είσαι για τέτοια ταξίδια,  άμα μας έβρει κανένας άτσαλος καιρός τι θα κάνεις βρε συ βορκιό (χοντρός), δεν θα σταματάς από το ξερατό (εμετό), γι' αυτό κάτσε στον καβενέ σου και άμα θέλεις τίποτις γράψε ένα πούσουλα (γράμμα) και δώσετο σ' ένα γκεμιτζή (ναύτη) για να στα φέρουσι ούλα». «Ότι θέλεις» έλεγε μετά ο Σούρας. «Καλά καλά αφού δεν με θέλεις και εγώ δεν έρχουμαι». Έλεγε μετά ο Κασούρης «Όχι μπρε, για το καλό σε λέω, μπα και σε σηκώνω εγώ στη ράχη μου, το μοτόρι θα σε πάει, το μοτόρι θα σε φέρει».

Ο Κασούρης στο καφενείο του Σούρα
Σταύρος Δ. Μαργαρίτης, Νέα Τρίγλια Χαλκιδικής
(από χειρόγραφο μη δημοσιευμένο κείμενο).

Λεξιλόγιο:
(1)νταντούλι= άγαλμα (Τ.Ευαγγελίδης).
(2)μάιτσα= μαζί.
(3)μπερμπάντης= πονηρός,γλεντζές, γυναικάς.
(4)ξόανο= (αρχ.) ξύλινο λατρευτικό άγαλμα, μτφ. και υβριστικά ανόητος, χαζός.
(5)αράνι-τουφάνι= άνω- κάτω

■...Εκείνα τα χρόνια τα Θεοφάνεια εορταζότανε στην Τρίγλια με μεγαλοπρέπεια. Μετά τη Θεία λειτουργία από τις εκκλησίες, τον Αϊ Γιώργη, τον Αϊ Γιάννη, την Παντοβασίλισσα, θα κατεβούν ο κόσμος από όλες τις ενορίες, στο γιαλό. Εκεί στα παραθαλάσσια καφενεία στου Αποστόλου Συρκιόγλη, στου Πηνιώτη που το είχε ο χοντρός καφετζής Σούρας, με ενοίκιο, ήσαν συγκεντρωμένα μεγάλα παλικάρια του χωριού που θα πέσουν στην θάλασσα «για τη χάρη» να πάρουν τον Σταυρό....
Τα Φώτα στην Παλιά Τρίγλια
Σταύρος Δ. Μαργαρίτης, Νέα Τρίγλια Χαλκιδικής
(από χειρόγραφο μη δημοσιευμένο κείμενο).

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός

Το θέμα Καφενεία συνεχίζεται...