ΤΥΡΟΚΟΜΟΣ- Πενιρτζής

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 03 Ιουνίου 2010, 06:05:52 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

ΤΥΡΟΚΟΜΟΣ- Πενιρτζής

Το Τριγλιανό επώνυμο Πενιρτζής προέρχεται από την τούρκικη λέξη peynir= τυρί και peynirci= παρασκευαστής τυριών (τυροκόμος) ή και πωλητής τυριών (τυρέμπορος).
Τυροκόμος=τυρός+ κατάληξη-κόμος. Η κατάληξη –κόμος προέρχεται από το αρχαίο ρήμα κομέω-κομώ= φροντίζω.  Ο τυροκόμος γνώριζε την τέχνη και τα μυστικά της παραγωγής του τυριού.
Τυροκομία είναι η τέχνη που μετατρέπει το γάλα σε τυρί και η παραπέρα κατεργασία και περιποίησή του μέχρι να ωριμάσει και να γίνει κατάλληλο για κατανάλωση και εμπορεύσιμο.
Τυρί (τυρός) είναι το  τρόφιμο που παρασκευάζεται από γάλα που έχει πήξει και στην συνέχεια υφίσταται ζυμώσεις στα διάφορα στάδια της παρασκευής του.
Υπήρχαν τρία είδη κυρίως τυριών: τα μαλακά, τα ημίσκληρα και τα σκληρά.
Στην Τρίγλια τρώγανε τυριά:  φέτα, κασέρι(το κασκαβάλι) και το Μιχαλιτσιανό.

■...Φέρνανε τυρί από το Μεχαλίτσι που το λέγανε Μεχαλιτσιανό, ήταν πολύ μεγάλα καλούπια 6-7 οκάδες το κάθε κεφάλι και όταν έκοβες μέσα ήτο τρύπες – τρύπες, και μοσχοβολούσε σαν το Βουλγάρικο κεφαλοτύρι.

Το παζάρι (Λαϊκή Αγορά) της παλιάς Τρίγλιας
Σταύρος Δ. Μαργαρίτης, Ν.Τρίγλια Χαλκιδικής.
(από χειρόγραφο μη δημοσιευμένο κείμενο).

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός.


Πηγές:
1.  Δημήτρης Τομπαΐδης, «Ελληνικά επώνυμα Τουρκικής προέλευσης», Εκδόσεις  Επικαιρότητα,  Αθήνα 1990.
2.«Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής», ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1998.   
3.«Εγχειρίδιον Ελληνοτουρκικών Λέξεων και Φράσεων», Νικολάου Ε.  Μακρή, Εν Αθήναις 1891, Αναστατικές Εκδόσεις Διονύση Ν. Καραβία, Αθήνα ΜΜΙ.
  4.«Ελληνικό Λεξικό», Τεγόπουλος – Φυτράκης, Ελευθεροτυπία 1993.
5. «Νέον Επίτομον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν»-Ελευθερουδάκη.
6. Σταύρος Δ. Μαργαρίτης, Ν.Τρίγλια Χαλκιδικής
Το παζάρι (Λαϊκή Αγορά) της παλιάς Τρίγλιας
(από χειρόγραφο μη δημοσιευμένο κείμενο).