Αποστολέας Θέμα: ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ από την καταστροφή του 22  (Αναγνώστηκε 124 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Τριγλιανός Απόγονος
  • **
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 4
  • -Λάβατε: 13
  • Μηνύματα: 154
  • Age: 70
  • Τόπος: Νέα Τρίγλια Χαλκιδική
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 15
  • Φύλο: Άντρας
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ από την καταστροφή του 22
« στις: 08 Μάιος 2020, 05:57:46 μμ »
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙ Σ από την καταστροφ ή του 22
Πηγή: Τριγλιανά Νέα αριθμός φύλλου 5  28/6/1976
Επιμέλεια: Κοκκαλάς Αλέκος
Ήταν Αύγουστος τού 1922. Ήμουν μικρό παιδί τότε και μόλις είχα γυρίσει με τούς γονείς μου από την Τριγλιά, που περάσαμε τις θερινές διακοπές μας.
Τακτοποιο ύσαμε το καινούργι ο σπίτι μας στο Καντίκιοϊ της Πόλης, για μόνιμη πια εγκατάστα ση, υστέρα από τόσους και τόσους διωγμούς. ’Εγώ  προσωπικά, ετοιμαζόμ ουν να γυρίσω στη Σμύρνη όπως κάθε χρόνο από το 1919  ως το 1922  για να συνεχίζω τις σπουδές μου στην περίφημη Ευαγγελικ ή Σχολή ,κάτω από την άμεση επίβλεψη
τού Μεγάλου θείου μου Μητροπολί τη Σμύρνης Χρυσοστόμ ου. Εκείνες τις μέρες κυκλοφορο ύσαν δυσάρεστε ς ειδήσεις, για την κατάσταση τού Ελληνικού στρατού στο Μικρασιατ ικό Μέτωπο. Μιλούσαν για υποχωρήσε ις, πού μπορούσε να εξελιχτού ν σε συμφορά. Αλλά όλοι είχαμε την ελπίδα, πώς κάτι θα γένη να σωθεί, την τελευταία στιγμή, ή κατάσταση .
Ξαφνικά, τα μαντάτα άρχισαν  να γίνονται από μέρα σε μέρα πιο άσχημα.
Οι Τούρκοι άρχισαν στην Πόλη να παίρνουν θάρρος —θάρρος πού δεν είχαν πρώτα νά κάνουν διαδηλώσε ις, να ζητωκραυγ άζουν τον Κεμάλ —Γιαμασίν Κεμάλ Πασά  και
να γίνονται προκλητικ οί απέναντι στους. Έλληνες. Οι καρδιές όλων μας, μικρών και μεγάλων, σφίγγοντα ν από την άγωνία. Οί γονείς μου αποφάσισα ν να καθυστερή σουν το ταξίδι μου προς την Σμύρνη, έως ότου ξεκαθαρίσ ει ή κατάσταση ς.  Και ξαφνικά ένα πρωί αακούστηκ ε το τραγικό μαντάτο. Το μέτωπο έσπασε. Ο Ελληνικός  Στρατός υποχωρεί άτακτα. Οι Τούρκοι προελαύνο υν και οι άτακτοι τού Κεμάλ καταστρέφ ουν τα πάντα στο διάβα τους, δεν αφήνουν τίποτε όρθιο, λεηλατούν, βιάζουν, σκοτώνουν . Απέραντη αγωνία και απελπισία στις ψυχές όλων μας. Τι θα  απογίνουν οι δικοί μας, οι συγγενείς μας οι πατριώτες μας.  Ένα μεσημέρι φθάνει στο σπίτι κάτωχρος ό πατέρας και μας διαβάζει ένα έγγραφο του Προέδρου της Τρίγλιας, Ιατρού κ. Κ. Κόνδυλένι ου — πατέρα της γυναίκας μου — υπογεγραμ μένο από όλα τα μέλη του Κοινοτικο ύ Συμβουλίο υ, πού ήταν μια απελπισμέ νη κραυγή, μια έκκληση:  Συμπατριώ τη και φίλε κ. Φίλιππε Καβουνίδη σώσε μας. Κάνε ότι μπορείς, στείλε όσα καράβια μπορείς, πλήρωσε οτιδήποτε για λογαριασμ ό μας, να σωθούμε και θα στο χρωστάμε όσο ζούμε... εμείς και τα παιδιά μας...
Αυτά έλεγε το έγγραφο πού το φύλαξα, σαν κειμήλιο, άλλα δεν το βρίσκω  τώρα, δυστυχώς, στα αρχεία μου. Ίσως ζουν ακόμη μερικοί από κείνους πού το υπέγραψαν
τότε και το θυμούνται . 'Ο πατέρας, στη συνέχεια, να μπόρεση να βοηθήσει τούς συμπατριώ τες μας, στην τραγική αυτή στιγμή, χωρίς να λογαριάσε ι υποχρεώσε ις, έξοδα, θυσίες. Η μητέρα μου έκλαιγε όχι μόνο για την καταστροφ ή του χωριού και της Ελλάδος, άλλα γιατί στην Τριγλιά ευρίσκοντ ο σε διακοπές, όλες οι αδελφές της, οι συγγενείς της και στην Σμύρνη κινδύνευε ο αδελφός της, Μητροπολί της Σμύρνης Χρυσόστομ ος.
Όλοι ήμασταν , άλαλοι και κλαίγαμε. Ο πατέρας συζητούσε με τον εαυτό του φωναχτά, γυρεύοντα ς λύση στο που και πώς θα βρει  και άλλα πλοία να στείλει.
Ξαφνικά ξεπήδησε στη σκέψη του η ιδέα να ναύλωση ένα υπερωκεάν ιο, το Κωνσταντι νούπολις», πού βρίσκοντα ν, τις μέρες εκείνες, στην Πόλη. Θα διέθετε για τον σκοπό αυτό, ότι είχε και δεν είχε. Έπρεπε να το στείλει, να μεταφέρει όλους τούς Τριγλιάνο ύς με όσα περιουσια κά στοιχεία θα μπορούσαν να διασώσουν και μαζί μ αυτούς και
τους Σιγηνούς, Μουντανιώ τες καί Κιώτες. Έφυγε από το σπίτι τρέχοντας . Πήγε στο λιμεναρχε ίο. Ζήτησε την σχετική άδεια.  Τού την έδωσαν.
 Συμφώνησε με την εταιρία, πού είχε το «Κωνσταντινούπολις», να αναλάβει όλα τα τεράστια έξοδα, για να κίνηση το υπερωκεάν ιο και να τούς πλήρωση ένα πολύ υψηλό ναύλο, γιατί είχαν τον δικαιολογ ημένο φόβο πώς  θα συλληφθεί ή βυθιστεί  το βαπόρι από τούς Τούρκους.
Και ενώ ή συμφωνία είχε προχωρήσε ι και είχε φθάσει στο τέλος της, πήρε ένα τηλεφώνημ α από τον Πατριάρχη ότι τον ζητά επείγοντο ς Τρέχει στο Πατριαρχε ίο να μάθει τι τον θέλουν. Ο Πατριάρχη ς του λέγει, ότι πληροφορή θηκε τις ενέργειες του, για
την ναύλωση του «Κωνσταντινούπολις», τον συγχαίρει για τις προσπάθει ές του και τις θυσίες του, άλλα του ζητεί να σταλεί το «Κωνσταντινούπολις» στη Σμύρνη, πού κινδύνευε περισσότε ρο. Ο πατέρας εξήγησε στον Πατριάρχη ότι αυτό δεν ήταν πρακτικά δυνατόν, για
τρεις λόγους. Πρώτα γιατί έως ότου ετοιμασθε ί το υπερωκεάν ιο, φόρτωση την ποσότητα κάρβουνα, πού χρειαζότα ν για το ταξίδι στην Σμύρνη και κάνει την διαδρομή προς Σμύρνη, ή Σμύρνη θα είχε πέσει και θα έφθανε εκεί κατόπιν εορτής, χωρίς να μπορεί πια να προσφέρει καμιά βοήθεια. Δεύτερον γιατί ή δαπάνη ήταν πολύ μεγάλη για τούς ώμους του και Τρίτον γιατί, αν προσφερότ αν να ξόδεψη οτι είχε και δεν είχε, το έκανε μόνο γιατί ήθελε με κάθε προσωπική του θυσία, να σώσει τούς συγγενείς τούς φίλους και τούς συγχωριαν ούς του, από τον βέβαιο θάνατο από τούς Τούρκους.
Το Πατριαρχε ίο επέμενε στο να σταλεί το «Κωνσταντινούπολις» στην Σμύρνη και τελικά
ό πατέρας αναγκάστη κε να παραιτηθε ί από την προσπάθει ά του, να ναύλωση το υπερωκεάν ιο, αφού  δεν τον άφηναν να το στείλει εκεί πού ήθελε, δηλαδή  στην Τριγλιά.
Φυσικά, είχε δίκαιο, ως προς το ταξίδι τού «Κωνσταντινούπολις» στη Σμύρνη, γιατί την
άλλη μέρα το πρωί ή Σμύρνη έπεφτε στα χέρια των Τούρκων  άτακτων και φυσικά τα «Κωνσταντινούπολις» δεν θα είχε προφθάσει, ούτε να φύγει καν για το ταξίδι του προς την Σμύρνη. Ή αποτυχία του, με την ναύλωση του «Κωνσταντινούπολις» τον έφερε σε πλήρη απελπισία .
Γύρισε στο σπίτι συντετριμ μένος από την απόγνωση. Και τότε μια άλλη σκέψη πέρασε από το μυαλό του. Από τα άλλα, ιδιόκτητα πλοία πού είχε, το «Ευστράτιος Καβουνίδη ς» ταξίδευε, τις μέρες εκείνες, στη Ρουμανία και επομένως δεν πρόφταινε, να το γυρίσει πίσω, για να σταλεί στην Τριγλιά.
Και το «Βυθυνία» ήταν αχρηστεμέ νο, με το ένα από τα δύο καζάνια του σε επισκευή.
’Αν το ξεκινούσε μόνο με ένα καζάνι. Δεν θα μπορούσε να ταξιδέψει βέβαια με ολη του την ταχύτητα. Ούτε με πλήρη ασφάλεια. Θα μπορούσε όμως να αποτελέσε ι μια λύση  μια λύση ανάγκης .
 Και για να αντιμετώπ ιση τον κίνδυνο τυχαίας ζημιάς του μοναδικού καζανιού πού υπήρχε, τότε θα έμενε καραβοφάν αρο το βαπόρι, στο πέλαγος, σκέφθηκε να στείλει, για ασφάλεια, ένα ρυμουλκό. Θα τον άφηνε όμως το λιμεναρχε ίο ν’ αναλάβει το τόλμημα;
Υπό κανονικές συνθήκες, ούτε σκέψη καν μπορούσε να γένη,   οι αρχές δεν θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο.
'Αλλά με τις συνθήκες πού είχαν δημιουργη θεί με τον κίνδυνο τού Τούρκου επιτετραμ μένου , άραγε θα τού έδιναν την άδεια;  Ξανάρχισα ν τα τρεχάματα και τα  παρακάλια . Στο τέλος τού δώσανε την πολυπόθητ η άδεια. Γύρισε το βράδυ σπίτι ανακουφισ μένος.
Το «Βιθυνία» ετοιμαζότ αν πυρετωδώς και το ρυμουλκό είχε βρεθεί να το συνοδέψει ...
Το ρυμουλκό πού ή θεία πρόνοια είχε φροντίσει   χάρη στη ζημιά του ενός καζανιού
να είναι απαραίτητ ο σαν ασφάλεια και πού θα αποδεικνυ όταν σωτήριο για τη διάσωση
των Τριαγλιαν ών. Ή μητέρα παρακαλού σε τον πατέρα, να σκεφθεί, το πώς θα φύγουμε και εμείς ένα τσούρμο μικρά παιδιά τότε να σωθούμε, γιατί ο πατέρας είχε ήδη τρεις καταδίκες σε θάνατο από το Τουρκικό κομιτάτο, για τις υπηρεσίες πού προσέφερε στην Ελλάδα.
Και φυσικά τώρα υπήρχε κίνδυνος να τον εκτελέσου ν οι εξαγριωμέ νοι Τούρκοι, από τη μια στιγμή στην άλλη. Εκείνος όμως είχε άλλα στο νου του. Και κάποια στιγμή τον άκούσαμε ήρεμα μα αποφασιστ ικά, να μας λέει, πώς πήρε την απόφαση, να πάει ο ίδιος στην
Τριγλιά με το «Βιθυνία» την ώρα πού όλοι έφευγαν  όπως από  εκεί  για να μη διακινδύν ευση το έργο της σωτηρίας. Κι’ αυτό, γιατί φοβότανε πώς ο πλοίαρχος ή το πλήρωμα μπορούσε να φοβηθούν και να φύγουν, πριν ολοκληρώσ ουν το σωτήριο έργο τους. Μάταια ή μητέρα έκλαιγε και τον παρακαλού σε ν’ αλλάξει γνώμη είχε μικρά παιδιά, πού κινδύνευα ν να μείνουν ορφανά... Εκείνος επέμεινε. .. Τελικά συμβιβάστ ηκαν, με
το να της υποσχεθώ, πώς δεν θα βγει έξω από το πλοίο, στή στεριά, για κανένα λόγο...
Έτσι έφυγε το Βιθυνία με το ρυμουλκό και τον πατέρα και έφθασε στην Τριγλιά.
Βρήκε μια Τριγλιά έρημη από κάθε πλεούμενο . Και ή τελευταία βάρκα είχε φύγει προς την σωτηρία. Και χιλιάδες Τριαγλιαν οί και κάτοικοι των γειτονικώ ν χωριών ι είχαν συγκεντρω θεί στην παραλία και περίμεναν την σωτηρία — το βαπόρι πού θα έστελνε ό Φίλιππος Κάβουνίδη ς.
Το «Βιθυνία» μεγάλο πλοίο  δεν μπορούσε να πλησιάσει στην παραλία. Και ούτε βάρκες ούτε καΐκια υπήρχαν πια, να μεταφέρου ν τον κόσμο στο πλοίο.
Ή θεία πρόνοια όμως,  ανέφερα προηγουμέ νως, είχε βάλει το χέρι της. Τα ρυμουλκό, πού συνόδευε το Βιθυνία για λόγους μόνον ασφαλείας, άρχισε να πλησιάζει στη στεριά και να πλευρίζει την προβλήτα πού πριν από λίγα χρόνια είχε κατασκευά σει ο Ελληνικός Στρατός στην Τριγλιά ύστερα από παράκληση τού Δεσπότη της Σμύρνης. Ό κόσμος έριχνε, όπως - όπως, ότι είχε κατορθώσε ι να πάρει μαζί του, στο κατάστρωμ α του ρυμουλκού, έμπαινε μέσα και αυτό γεμάτο τούς έφερνε στο «Βιθυνία». Εκεί τα πράγματά τους έμπαιναν στα αμπάρια τού πλοίου και ο κόσμος κούρνιαζε στις καμπίνες, στα καταστρώμ ατα και στα υποστρώμα τα του πλοίου. Χιλιάδες μπήκαν έτσι στο πλοίο σώζοντας τελικά τη ζωή
τους και οτι πιο πολύτιμο κατόρθωσα ν να πάρουν μαζί τους. Σε κάποια στιγμή ο πατέρας,
παραβαίνο ντας τις υποσχέσει ς πού είχε δώσει στη μητέρα, πήρε μερικούς ναύτες οπλισμένο υς και βγήκε στη στεριά.
 Γύρισε τις εκκλησίες της Τρίγλιας, πήρε τις πιω πολύτιμες και θαυματουρ γές εικόνες την ΠΑΝΤΟΒΑΣΙ ΛΙΣΣΑ και την ψηφιδωτή ΑΓΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΉ, πήρε τα δισκοπότη ρα, τούς χρυσούς και ασημένιου ς σταυρούς των εκκλησιών, πήρε τα μουσικά όργανα, πού ο ίδιος είχε χαρίσει στην Τριγλιά, και τα έφερε στο πλοίο. "Αργότερα τα παρέδωσε στην Ελληνική Κυβέρνηση . Επειδή μερικοί Τριγλιανο ί  δίσταζαν να φύγουν από το χωριό και να αφήσουν τις περιουσίε ς τους, τρέχοντας προς το άγνωστό, προσπάθησ ε να τους πείσει πώς ήταν βέβαιο, πώς οι Τούρκοι, πού κατέβαινα ν άγριοι, θα τούς περνούσαν από το μαχαίρι. Εκείνοι έμειναν αμετάπεισ τοι. Για να επιτύχει να σώσει και τούς λίγους  αυτούς  παρά το πείσμα τους  πήρε σαν όμηρους στο πλοίο τις οικογένει ες των λίγων Τούρκων πού έμεναν στην Τρίγλια.  Όταν πια άδειασε ή παραλία από τον κόσμο, το «Βιθυνία», γεμάτο κόσμο ως τα κατάρτια, εγκατέλει ψε την Τριγλιά και ό πατέρας δακρυσμέν ος  που γεννήθηκε και αγάπησε να χάνεται σιγά - σιγά από τα μάτια του...
Σε λίγο οι Τούρκοι έφθασαν στο χωριό, έπιασαν τούς λίγους πού έμειναν εκεί και θέλησαν
να τούς σκοτώσουν όλους. Ο φόβος όμως των αντιποίνω ν στις τουρκικές οικογένει ες
πού κρατούσε στο «Βιθυνία», σαν όμηρους ο πατέρας, τους κράτησε.
Και έτσι σώθηκαν και οι λίγοι πού είχαν απομείνει στο χωριό και κατάφεραν με χίλια
βάσανα να σωθούν προς την Πόλη, αργότερα. Το «Βιθυνία» έφθασε στη Ραιδεστό και άρχισε να βγάζει τον κόσμο και τα πράγματα πού είχε σώσει ο καθένας . Σε λίγο θα ξαναγύριζ ε στην Πόλη να συνέχιση την επισκευή του, για να πάρει κι αυτό, αργότερα, το δρόμο τού γυρισμού προς την Ελλάδα. Μόνος έβλεπε, για τελευταία φορά το χωριό του. Το χωριό πού Την όμορφη αυτή  ανάμνηση, όμορφη γιατί άφορα μια προσπάθει α ενός Ανθρώπου να κάνει κάθε θυσία, να κινδυνεύσ ει ο ίδιος για να σώσει τούς φίλους του και τούς συμπατριώ τες του, σκιάζει μια Αγνωμοσύν η τέλεια Αδικαιολό γητη.
"Όλη ή κινητοποί ηση των τόσων δικών μας πλοίων και ή ναύλωση των ξένων, Απαιτούσα ν, φυσικά, έξοδα. Τα έξοδα τα πλήρωνε όλα ο πατέρας. Δεν τα λογάριαζε . "Άλλωστε είχε το γράμμα της Δημογερον τίας, πού του έγραφε «κάνε ότι μπορείς να μάς σώσεις.
Μη σκεφθείς τι θά ξοδέψης. Θα σου χρωστάμε τη ζωή μας... "Όταν το «Βιθυνία» έφθασε στην Ραιδεστό, ο λογιστής του πλοίου στάθηκε στην έξοδο και σύμφωνα με εντολή τού πλοιάρχου δεχόταν, από όσους έβγαιναν στην στεριά, ότι μπορούσε και ήθελε ο καθένας να συνεισφέρ ω, για να πληρωθεί μέρος Από τα έξοδα τόσων πλοίων πού εστάλησαν να τούς σώσουν. Και έδινε ο καθένας ότι ήθελε. Βρέθηκαν όμως άνθρωποι από εκείνους πού σώθηκε ή ζωή τους  πού πήγαν στο λιμεναρχε ίο και κατήγγειλ αν ότι στο πλοίο τούς ζητούσαν άκρβω ναύλο!! Και αξιωματικ ός του λιμεναρχε ίου κατέφθασε να ελέγξει τί συμβαίνει . Βρήκε τον λογιστή, άνοιξε την τσάντα, πού έριχνε ο καθένας ότι ήθελε και τη βρήκε
να έχει χάρτινες τούρκικες λίρες και μετζίτια. Μετρήθηκα ν. Το ποσόν, πού είχε συγκεντρω θεί, δεν μπορούσε να καλύψει ούτε το ναύλο του ρυμουλκού!
Τί ντροπή!!
Σε λίγο με διάφορα πλοία, δικά μας και ξένα, άρχισαν να συρρέουν οι Τριγλιανο ί στην
Τένεδο και ύστερα στην Ελλάδα. Το «Ελλήσποντος», ρυμουλκών τας Τριγλιανά ψαροκάικα,
και γεμάτο πρόσφυγες Τριγλιανο ύς, έφθασε στην Ραφήνα και αποβίβασε τούς πρώτους
καινούργι ους κατοίκους της. Σε μια γωνιά πού το κουνούπι και οι ελώδεις πυρετοί θέριζαν τον κόσμο και πού ύστερα από απέραντο μόχθο και προσπάθει α έγινε ή σημερινή όμορφη πολίχνη, το δροσερότε ρο θέρετρο της ’Αθήνας. Στην κορυφή ενός λοφίσκου, κοντά στη θάλασσα και δίπλα το νεκροταφε ίο της Νέας Τρίλιας, Ραφήνας, διάλεξε μια θέση για τον αιώνιο ύπνο του ό πατέρας. ’Έβαλε και άνοιξαν τον τάφο του εκεί, ζητώντας από όλους μας να τον εμπιστευτ ούμε στο χώμα της καινούργι ας πατρίδας του, όταν κάποτε κλείσει τα μάτια του. " Ήθελε να συνέχιση να βρίσκεται ανάμεσα στους συμπατριώ τες του πού τόσο αγάπησε, Οι γραμμές μου αυτές, πού έχουν σκοπό να μάθουν οι νεότεροι πώς έτυχε να βρεθούν ξεριζωμέν οι στην νέα μας πατρίδα και να ξαναθυμηθ ούν οι πιο παλιοί τις πικρές ώρες της καταστροφ ής, ας είναι και ένα ευλαβικό μνημόσυνο στη μνήμη εκείνου πού στάθηκε πάντα πολύ κοντά στο χωριό του, γραμμένο από το χέρι ενός από τους γιούς του, πού έζησε μικρός λες εκείνες τις τραγικές ώρες  και πού έμειναν ανεξίτηλα χαραγμένε ς στη μνήμη του

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜ ΟΣ . ΚΑΒΟΥΝΙΔΗ Σ
ΚΟΚΚΑΛΑΣ ΑΛΕΚΟΣ